ρυθμίζω

ῥυθμίζω ΝΜΑ [ῥυθμός]
1. προσδίδω σε κάτι ρυθμό, συμμετρία ή κανονικότητα ή και ενεργώ με τέτοιο τρόπο, ώστε να κινείται ή να λειτουργεί κάτι με ρυθμό (α. «ρυθμίζω την ταχύτητα τών μηχανών» β. «περιόδους ῥυθμίζειν», Πλούτ.)
2. (κατ' επέκτ.) διευθετώ, τακτοποιώ («η κυβέρνηση θα ρυθμίσει τα σχετικά με το νέο ωράριο τών καταστημάτων θέματα»)
μσν.
μτφ. γαληνεύω την ψυχή
αρχ.
1. απαγγέλλω ή τραγουδώ με μέτρο, με ρυθμό («οὐ γὰρ δή γε ὡς ἴαμβον ἀξιώσαιμ' ἂν ἔγω γε τὸ κῶλον τοῡτον ῥυθμίζειν» Διον. Αλ.)
2. (σχετικά με πρόσ.) κατευθύνω, εκπαιδεύω, διαπαιδαγωγώ («καὶ τὰ παιδικὰ πείθοντες καὶ ῥυθμίζοντες εἰς τὸ ἐκείνου ἐπιτήδευμα», Πλάτ.)
3. (σχετικά με πράγμ.) α) προσδίδω σε κάτι συγκεκριμένη όψη («ἢν δὲ μειδιάσω καὶ ῥυθμίσω τὸ πρόσωπον εἰς τὸ ἥδιστον», Λουκιαν.)
β) δίνω ορισμένη κατεύθυνση («δένδρα ῥυθμίζειν ὥστε πρὸς μεσημβρίαν βλέπειν», Θεόφρ.)
4. (σχετικά με αφηρημένες καταστάσεις, διαθέσεις ή αισθήματα) α) διαμορφώνω
β) προσδιορίζω, καθορίζω («τί δὲ ῥυθμίζεις τὴν ἐμὴν λύπην ὅπου;», Σοφ.)
5. ιατρ. εφαρμόζω θεραπευτική αγωγή με μαλάξεις
6. κυβερνώ, διοικώ («τὴν οἰκίαν ῥυθμιζέτω ἕκαστος τὴν ἑαυτοῡ», Ιωάνν. Χρυσ.)
7. μέσ. ῥυθμίζομαι
τακτοποιώ, διευθετώ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυθμίζω — bring into a measure of time pres subj act 1st sg ῥυθμίζω bring into a measure of time pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρυθμίζω — ρυθμίζω, ρύθμισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ρυθμίζω — [ритм изо] р. приводить в порядок, улаживать, устраивать, делать ритмично, в такт …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ρυθμίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος, κανονίζω, διευθετώ, τακτοποιώ: Ρύθμισε τις δουλειές του έτσι ώστε να μη χρειάζεται να πηγαίνει στο γραφείο του και το βράδυ. – Ρυθμίστηκαν τα ζητήματα των νοσοκομειακών γιατρών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρρυθμισμένα — ῥυθμίζω bring into a measure of time perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐρρυθμισμένᾱ , ῥυθμίζω bring into a measure of time perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐρρυθμισμένᾱ , ῥυθμίζω bring into a measure of time perf part mp fem nom/voc sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυθμίζετε — ῥυθμίζω bring into a measure of time pres imperat act 2nd pl ῥυθμίζω bring into a measure of time pres ind act 2nd pl ῥυθμίζω bring into a measure of time imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυθμίζῃ — ῥυθμίζω bring into a measure of time pres subj mp 2nd sg ῥυθμίζω bring into a measure of time pres ind mp 2nd sg ῥυθμίζω bring into a measure of time pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυθμίσω — ῥυθμίζω bring into a measure of time aor subj act 1st sg ῥυθμίζω bring into a measure of time fut ind act 1st sg ῥυθμίζω bring into a measure of time aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρρυθμισμένον — ῥυθμίζω bring into a measure of time perf part mp masc acc sg ῥυθμίζω bring into a measure of time perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρρυθμισμένων — ῥυθμίζω bring into a measure of time perf part mp fem gen pl ῥυθμίζω bring into a measure of time perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.